α

Translate


24.10.26

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΟΒΟΥΝ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΝ ΤΟΝ ΜΗΝΑ – ΣΤΟ ΡΑΦΙ ΜΕΤΡΑΝΕ ΤΑ ΛΕΠΤΑ ΚΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ! ΤΟ 74% ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΑΣΦΥΚΤΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ

Σοκ προκαλούν τα ευρήματα νέας πανελλαδικής έρευνας για την οικονομική κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών.
Τρεις στους τέσσερις καταναλωτές δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις υποχρεώσεις τους, σχεδόν οι μισοί περιορίζουν τις αγορές τους και το 85% έχει βάλει ψαλίδι σε ένδυση και υπόδηση. Τα στοιχεία θέτουν σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής απέναντι στην ακρίβεια.
Η Ελλάδα του 2026 βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα, η οποία αποτυπώνεται πλέον όχι μόνο στους δείκτες του πληθωρισμού, αλλά και στις καθημερινές επιλογές εκατομμυρίων πολιτών. Το σούπερ μάρκετ έχει μετατραπεί σε μια διαρκή άσκηση οικονομικής επιβίωσης, με τους καταναλωτές να υπολογίζουν κάθε ευρώ, να συγκρίνουν εξονυχιστικά τις τιμές και να περιορίζουν ακόμη και βασικές αγορές.
Την ώρα που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προβάλλει την αύξηση των μισθών, την ανάπτυξη της οικονομίας και τις επενδύσεις ως βασικά στοιχεία της πολιτικής της, τα ευρήματα της νέας έρευνας της Circana αποκαλύπτουν το μέγεθος της πίεσης που εξακολουθεί να δέχεται η ελληνική κοινωνία.
Η πανελλαδική έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1.000 καταναλωτών ηλικίας 18 έως 70 ετών και παρουσιάστηκε στο συνέδριο του ECR Hellas, καταγράφει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα.
Το 74% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι είτε αντιμετωπίζει δυσκολίες στη διαχείριση των οικονομικών του είτε χρειάζεται να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να ανταποκριθεί στις μηνιαίες υποχρεώσεις του.
Πρόκειται για ένα ποσοστό που αναδεικνύει πόσο περιορισμένα είναι τα οικονομικά περιθώρια μεγάλου μέρους των καταναλωτών. Η οικονομική πίεση δεν αφορά αποκλειστικά τους χαμηλόμισθους ή τους συνταξιούχους, αλλά επηρεάζει και νοικοκυριά που διαθέτουν σταθερά εισοδήματα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικός είναι ο δείκτης οικονομικής ασφάλειας, ο οποίος διαμορφώνεται μόλις στο 3,89 με άριστα το 10. Η χαμηλή αυτή βαθμολογία φανερώνει το αίσθημα ανασφάλειας που επικρατεί μεταξύ των καταναλωτών, παρά τη βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών μεγεθών.
Το σούπερ μάρκετ καταπίνει το οικογενειακό εισόδημα
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η μέση μηνιαία δαπάνη στο σούπερ μάρκετ φτάνει τα 347 ευρώ ανά νοικοκυριό.
Το ποσό αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν προστεθεί στις υπόλοιπες ανελαστικές δαπάνες μιας οικογένειας. Ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση, μετακινήσεις και λογαριασμοί δημιουργούν ένα οικονομικό βάρος που περιορίζει σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα.
Για πολλούς καταναλωτές, η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ δεν αποτελεί πλέον μια απλή διαδικασία ανεφοδιασμού του σπιτιού. Προηγείται υπολογισμός του διαθέσιμου ποσού, αναζήτηση προσφορών και συχνά αναθεώρηση της λίστας αγορών.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 75% των ερωτηθέντων αγοράζει συστηματικά περισσότερα προϊόντα που βρίσκονται σε προσφορά, ενώ το 72% εμφανίζεται διατεθειμένο να αλλάξει την αγαπημένη του μάρκα εφόσον βρει οικονομικότερη επιλογή.
Παράλληλα, το 63% στρέφεται συχνά σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, ενώ το 65% εξετάζει προσεκτικά την τιμή ανά κιλό ή λίτρο προτού αποφασίσει τι θα αγοράσει.
Αυτές οι αλλαγές δεν σημαίνουν απαραίτητα υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων. Δείχνουν, όμως, ότι η τιμή έχει αποκτήσει καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις των νοικοκυριών.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά τον περιορισμό της κατανάλωσης. Το 48% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι αγοράζει πλέον μικρότερες ποσότητες προϊόντων, ενώ το 66% έχει αλλάξει συνολικά τις αγοραστικές του συνήθειες εξαιτίας των ανατιμήσεων.
Οι μισθοί δεν συμβαδίζουν με το κόστος ζωής
Στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκεται η αναντιστοιχία μεταξύ εισοδημάτων και καθημερινών εξόδων.
Το 57% των καταναλωτών που συμμετείχαν στην έρευνα αναγνωρίζει ως βασική πηγή οικονομικού προβληματισμού τη διαφορά ανάμεσα στους μισθούς και στο πραγματικό κόστος διαβίωσης.
Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη: Πόσο αποτελεσματική μπορεί να θεωρείται μια οικονομική πολιτική όταν οι ονομαστικές αυξήσεις των αποδοχών δεν αρκούν για να αποκαταστήσουν την αγοραστική άνεση των πολιτών;
Η αύξηση ενός μισθού δεν συνεπάγεται αυτομάτως και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Εάν οι τιμές των τροφίμων, της στέγασης και των υπηρεσιών αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, η πραγματική αγοραστική δύναμη εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση.
Ακόμη και όταν ο πληθωρισμός επιβραδύνεται, οι προηγούμενες ανατιμήσεις δεν εξαφανίζονται. Οι τιμές μπορεί να συνεχίσουν να αυξάνονται με μικρότερο ρυθμό, παραμένοντας όμως σε υψηλά επίπεδα.
Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα εξηγεί γιατί η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά σε ανακούφιση για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ψαλίδι στα ρούχα, στις μετακινήσεις και στη διασκέδαση
Η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται στα τρόφιμα. Επεκτείνεται σε σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητας.
Το 85% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει περιορίσει τις αγορές ειδών ένδυσης, υπόδησης και αξεσουάρ. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό, το οποίο αποτυπώνει τη μετατόπιση των καταναλωτικών προτεραιοτήτων προς την κάλυψη των απολύτως αναγκαίων υποχρεώσεων.
Αντίστοιχες περικοπές καταγράφονται στη διασκέδαση, στις μετακινήσεις και στην κατανάλωση ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή έχει συνέπειες και για την ίδια την αγορά. Όταν τα νοικοκυριά περιορίζουν τις αγορές τους, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο λιανεμπόριο και στις υπηρεσίες αντιμετωπίζουν πρόσθετες πιέσεις.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Η ακρίβεια περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα, η μειωμένη αγοραστική δύναμη περιορίζει την κατανάλωση και η συγκράτηση των δαπανών επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα.
Παρά τις δυσκολίες, πάντως, η έρευνα δείχνει ότι οι καταναλωτές επιχειρούν να διατηρήσουν ορισμένες καθημερινές απολαύσεις. Το 60% δηλώνει ότι προγραμματίζει διακοπές, αλλά από αυτούς το 44% υπολογίζει να διαθέσει λιγότερα χρήματα σε σχέση με το παρελθόν.
Τα ερωτήματα για την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας
Η κυβέρνηση επικαλείται τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, τη βελτίωση της απασχόλησης και τις παρεμβάσεις ενίσχυσης του εισοδήματος. Πρόκειται για μέτρα που μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση, αλλά τα στοιχεία της καταναλωτικής έρευνας δείχνουν ότι το πρόβλημα της καθημερινής οικονομικής πίεσης παραμένει έντονο.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο εάν αυξάνονται οι αποδοχές, αλλά πόσα χρήματα απομένουν πραγματικά στο τέλος του μήνα.
Εξίσου σημαντικό είναι να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων στην αγορά, η λειτουργία του ανταγωνισμού, η φορολογική επιβάρυνση των βασικών αγαθών και οι δυνατότητες ουσιαστικής στήριξης των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.
Οι διεθνείς ανατιμήσεις στην ενέργεια και στις πρώτες ύλες αποτελούν παράγοντες που δεν ελέγχονται αποκλειστικά από την ελληνική κυβέρνηση. Ωστόσο, η αντιμετώπιση των συνεπειών τους, η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και η εποπτεία της εγχώριας αγοράς αποτελούν πεδία άσκησης εθνικής οικονομικής πολιτικής.
Η κοινωνική διάσταση του προβλήματος είναι εξίσου σοβαρή. Όταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού περιορίζουν διαρκώς τις δαπάνες τους, η οικονομική ανασφάλεια παύει να αποτελεί προσωρινό φαινόμενο και επηρεάζει τον συνολικό τρόπο ζωής.
Η Ελλάδα εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν αποτυπώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα νοικοκυριά.
Το βασικό ζητούμενο είναι η οικονομική ανάπτυξη να συνοδεύεται από ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και από μείωση της πίεσης που προκαλούν οι βασικές δαπάνες.
Τα ευρήματα της Circana προσφέρουν μια σαφή εικόνα αυτής της πρόκλησης: οι καταναλωτές προσαρμόζονται, αναζητούν φθηνότερες επιλογές και περιορίζουν τις αγορές τους για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: Πότε η οικονομική ανάπτυξη θα μεταφραστεί σε πραγματική ανακούφιση στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και στον οικογενειακό προϋπολογισμό;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου